Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΟΡΙΖΟΥΝ ΤΟ (ΚΑΘΕ) ΤΕΛΟΣ ΤΟΥΣ


Το απροσδόκητο τέλος σ' έναν αγώνα μπάσκετ δεν είναι ποτέ απρόοπτο: οι ομάδες είναι ήδη κοντά στο σκορ, ευστοχούν ή αστοχούν, πάντως το κάνουν με την ίδια συχνότητα. Αν αυτός είναι ο τρόπος που παρακολουθείς έναν αγώνα, αν συνήθισες να το κάνεις από μικρός, κι αν βρισκόμαστε ήδη στα τελευταία λεπτά, μπορείς να υπολογίσεις πόσες κατοχές μένουν σε κάθε ομάδα, προσαρμόζοντας τη μέση κατοχή εμπειρικά στο ρυθμό του παιχνιδιού, και να κρίνεις αν η τάδε ή δείνα διαφορά υπέρ της μίας ή της άλλης ομάδας είναι αναστρέψιμη ή όχι. Συχνά δε χρειάζεται ούτε αυτό: οι ομάδες είναι απλώς ισόπαλες, ή το προβάδισμα μειωμένο στο ελάχιστο. Όπως κι αν έχει, την κατάληξη αυτήν την έχεις ξαναδεί, ξέρεις, κι οφείλεις να' σαι προετοιμασμένος.
Δεν μπορείς --την κατάληξη αυτήν δεν την έχεις ξαναδεί, όχι τη συγκεκριμένη. Τα διάσημα Πέντε Τελευταία Λεπτά ενός Αγώνα Μπάσκετ είναι διάσημα γιατί κανένα τέτοιο πεντάλεπτο δε μοιάζει μ' αυτό που  θ' ακολουθήσει ή μ' αυτό που προηγήθηκε, ακόμα κι αν το τελευταίο συνέβη στο μόλις προηγούμενο αγώνα. Κάθε κλείσιμο ενός κλειστού παιχνιδιού προφέρει τόσες άπειρες παραλλαγές, τόσες ανεξάντλητες πιθανότητες, πραγματικές ή δυνητικές, που κομματιάζουν το κεφάλι σου στην προσπάθεια να τις υπολογίσεις.

Αυτό το κομμάτιασμα αποτελεί την εθιστική εκείνη αίσθηση αδρεναλίνης κι η ένταση των εκκρίσεών της συγκρίνεται μόνο μ' εκείνη που παράγεται στα πιο extreme sports --κι αν αυτό που καθιστά εθιστικό το κρέμασμα από ένα ελαστικό σκοινί είναι ο τρόπος που σου επιτρέπει να αψηφάς το θάνατο, πλησιάζοντας τον εκ του ασφαλούς με την ψευδαίσθηση ότι τον αντιμετωπίζεις κατάματα, τότε το ίδιο ισχύει και για το μπάσκετ, χωρίς όμως την ψευδαίσθηση: κάθε κατοχή σ' αυτό το πεντάλεπτο είναι όντως ένας μικρός θάνατος, ο οποίος δε συντελείται στο τέλος της, αλλά τη στιγμή που εκείνη ξεκινά, και διαρκεί μέχρι 24 δευτερόλεπτα. 


Στην τελευταία κατοχή του Game 4 των ελληνικών τελικών, αυτό που συντελέστηκε δεν ήταν ένας μικρός θάνατος σε ένα τελευταίο πεντάλεπτο ενός αγώνα. Όταν ο Βασίλης Σπανούλης πήρε την μπάλα στα χέρια του 18 δευτερόλεπτα πριν το τέλος της δεύτερης παράτασης, συντελέστηκε ένας θάνατος τόσο μεγάλος, που τοποθετείται στο πάνθεον των ιερών στιγμών του ελληνικού μπάσκετ. Τέτοιες ιερές στιγμές ήταν οι βολές του Αργύρη Καμπούρη το 87, το «βάλτο αγόρι μου τρίποντο» του Δημήτρη Διαμαντίδη το 2005, το 40λεπτο της Σαϊτάμα με την αποσβολωμένη Team USA και το signature shot του Γιώργου Πρίντεζη που χάρισε μια Ευρωλίγκα στην Κωνσταντινούπολη. Με το Βασίλη Σπανούλη να παίρνει την μπάλα στα χέρια του, τα φώτα έσβησαν και ξεκίνησε ο τελευταίος χορός στο rivalry των δύο μεγάλων.


Όταν τα 18 αυτά δευτερόλεπτα τελείωσαν, το νήμα που συνέδεε τις καριέρες τους: είχε μόλις κοπεί. Τα τελευταία δευτερόλεπτα της μπασκετικής ζωής του Διαμαντίδη: είχαν μόλις εξαντληθεί. Η ολοκλήρωση της επιλογής του Βασίλη Σπανούλη: είχε μόλις συντελεστεί. Μία από τις ιερότερες στιγμές του ελληνικού μπάσκετ: είχε μόλις γραφεί. 

Κάθε προηγούμενη αλληλουχία φάσεων, κάθε μικρός θάνατος 24 δευτερολέπτων, κάθε άστοχη ή εύστοχη προσπάθεια, κάθε οδομαχία για μια διεκδικούμενη μπάλα –όλα λες και ήταν σχεδιασμένα για να οδηγήσουν στην κορύφωση του τέλους. Ακόμα κι ο αργός και βασανιστικός τρόπος που ο Βασίλης Σπανούλης πέρασε το κέντρο στην τελευταία επίθεση έδειχνε πως ήξερε κι απλώς σιγοστάθμιζε το βάρος της στιγμής που θ’ ακολουθούσε. Ο Σπανούλης σε όλη τη διάρκεια της σειράς περνάει από μια διαδικασία προσωπικής λύτρωσης που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2010 και θα ολοκληρωνόταν μόνο αν κατάφερνε να ξορκίσει την κατάρα του ΟΑΚΑ, με ιδανική συνθήκη το να γίνει αυτό πριν αποχωρήσει ο Διαμαντίδης. Είναι τέτοιος ο ψυχισμός του Έλληνα γκαρντ που, ειδικά μετά τη μη-πρωτοβουλία του για το game-winner στο Game 1, μέσα του ήξερε πως στα παιχνίδια που θα ακολουθούσαν έπρεπε να’ ναι η δικιά του υπογραφή, σαν αριστούργημα ή σαν κακοτεχνία, που θα’ μπαινε στους φετινούς τελικούς. Το κρίσιμο σημείο ήταν το νικητήριο σουτ στο Game 2, με το Σπανούλη απελευθερωμένο πια και έτοιμο να ορίσει το τέλος με το δικό του τρόπο. Όλα οδήγησαν στη μεγάλη στιγμή των δυο τους.


 Από την άλλη, είναι συγκλονιστικός ο τρόπος που ο Δημήτρης Διαμαντίδης επιλέγει να πεθάνει. Ξέρει κι αυτός μέσα του, πως αυτό που έρχεται μπορεί να είναι το τέλος. Με τον αγώνα να έχει οδηγηθεί στη μία κατοχή, ο Διαμαντίδης έχει αποφασίσει πως θα βγει μπροστά και θα πάρει την ευθύνη όπως έκανε σε ολόκληρη την καριέρα του. Αρνέιται το switch με τον Χαραλαμπόπουλο, αρνείται το να βγει ο Γκιστ και να πάρει την τελευταία άμυνα, αρνείται να πεθάνει στην πίσω γραμμή μάχης. Ο Δημήτρης Διαμαντίδης επέλεξε να πεθάνει μπροστά σηκώνοντας όλο το βάρος της στιγμής.


Όλα όσα έγιναν για να φτάσουμε στην κατάληξη, είναι σαν να συνέβησαν με σεναριογράφο το ίδιο το μπάσκετ. Ένας αθλητής φτάνει λυτρωμένος στην ολοκλήρωση μιας επιλογής της οποίας το βάρος έχει επιλέξει να κουβαλήσει, αλλάζοντας το μύθο του Σίσυφου, σταθεροποιώντας την πέτρα στην κορυφή και σταματώντας το προσωπικό του μαρτύριο. Ένας άλλος πεθαίνει μετά από χρόνια μάχης με τον τρόπο που αυτός επέλεξε – στην πρώτη γραμμή παίρνοντας όλη την ευθύνη. Ένας μεγάλος κύκλος κλείνει για το ίδιο το ελληνικό μπάσκετ και εμείς, ταπεινοί συνδαιτυμόνες στιγμών μεγαλείου, περιμένουμε τα όσα έχει να μας προσφέρει η γενιά που έρχεται.  












Δεν υπάρχουν σχόλια: