Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

ΤΣΣΚΑ ΜΟΣΧΑΣ - ΛΟΚΟΜΟΤΙΒ ΚΟΥΜΠΑΝ: ΤΟ WEIRD WAVE ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΡΟΠΟΝΗΤΙΚΗΣ


Η ταμπέλα του greek weird wave, όπως ονομάστηκε η ομαδοποίηση μιας σειράς ταινιών βασισμένη στις θεματικές τους συγγένειες και την κοινή εθνική τους καταγωγή, δείχνει να ξεθωριάζει γρήγορα, τείνει, σε κάθε περίπτωση, να αποτελέσει περισσότερο μια σειρά πρώτων ταινιών παρά μια σχολή των σκηνοθετών τους. Όπως τόσο συχνά συμβαίνει με ό,τι χαρακτηρίζεται κίνημα, οι δημιουργοί που το συναποτελούν απομακρύνονται όσο οι μεταξύ τους δεσμοί χαλαρώνουν, η ατομική εξέλιξη κυριαρχεί στην πρόσληψή τους κι η ένταξη τους σε κάποιο γενικό κανόνα γίνεται όλο και δυσκολότερη.
Αν θέλει κανείς να εστιάσει σ' ένα ελληνικό προϊόν με δεδομένη διάρκεια --εξίσου αναγνωρισμένο κι αναγνωρίσιμο σε ευρωπαϊκό επίπεδο--, οφείλει να παραμείνει προσηλωμένος στην οθόνη του, αλλά θα πρέπει ν' αλλάξει κανάλι: την Παρασκευή, στον πρώτο χρονικά ημιτελικό του φετινού Final Four. Δημήτρης Ιτούδης και Γιώργος Μπαρτζώκας συνθέτουν τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα επιτυχία της ελληνικής προπονητικής σχολής --δυο Έλληνες προπονητές, όντας αμφότεροι σε πάγκους ξένων συλλόγων, πρωταγωνιστούν, για τη δική μας πλευρά του Ατλαντικού, στο κορυφαίο μπασκετικό γεγονός της χρονιάς, κι ένας από τους δύο θα είναι δεδομένα στον τελικό.



Κοιτώντας πέρα από τις άκρες των δύο πάγκων κι εστιάζοντας στα ρόστερ των ομάδων, εύκολα παρατηρεί κανείς τα ζευγάρια που σχηματιζόνται: Jackson και Draper, De Colo και Delaney, Higgins και Broekhoff, Vorontsevich και Claver, Hines και Singleton ή Randolph. Πέρα από τις κοινές καταβολές των δύο προπονητών και κάποιες πρώτες συγκλίσεις στην αγωνιστική τους προσέγγιση, οι ομοιότητες των παραπάνω παικτών, σε ποιoτικά και τεχνικά χαρακτηριστικά, τονίζουν την ικανότητα του Μπαρτζώκα στη στελέχωση καθώς με υποπολλαπλάσιο budget έφτιαξε ένα λειτουργικό σύνολο το οποίο, τουλάχιστουν στους πρώτους έξι-εφτά παίκτες, δεν υστερεί ιδιαίτερα αυτού της CSKA. Ο Ιτούδης, βέβαια, μπορεί να κοιτάξει βαθύτερα στον πάγκο του ενώ έχει και το επιπλέον πλεονέκτημα του να διαθέτει έναν παίκτη σαν τον Teodosic, αντίστοιχο του οποίου κανείς είναι δύσκολο να βρει όχι απλά στη Locomotiv, αλλά (διαχρονικά) σε ολόκληρη την Ευρώπη.


CSKA

Μετά την ολοκλήρωση της πρώτης θητείας του Messina στον ρωσικό πάγκο και τα αποτυχημένα περάσματα των Vujosevic-Kazlauskas, αλλά και την εξίσου αποτυχημένη επιστροφή του Ιταλού coach, η CSKA, επί Δημήτρη Ιτούδη, παρουσιάζει ξανά ένα ισορροπημένο σύνολο με διακριτούς ρόλους και στις δυο πλευρές του παρκέ (χωρίς να είναι αυτονόητο ότι το ακέραιο της διακριτότητας των ρόλων συνεπάγεται και απόλυτη ισορροπία μεταξύ άμυνας κι επίθεσης). Οι Ρώσοι είχαν την καλύτερη επίθεση (90.7) στη διοργάνωση, και ήταν πρώτοι σε assist (19.7), ποσοστό διπόντων (57.6%), ποσοστό τριπόντων (42.3%), PIR (106.1) και Plus/Minus (9.6). Τα νούμερα είναι εντυπωσιακά, αλλά η πρώτη παρατήρηση είναι πως όλα, στο μεγαλύτερο βαθμό, αφορούν την επιθετική της λειτουργία: πράγματι, η CSKA δεχόταν 80.1 πόντους ανά παιχνίδι. Είναι σχεδόν αδύνατο μια ομάδα να φτάσει τους 90 πόντους μ.ο. χωρίς αμυντικές παραχωρήσεις, και η CSKA δεν αποτελεί εξαίρεση καθώς η συνολική αμυντική της συμπεριφορά (rotation, αλληλοκαλύψεις, ισορροπία μεταξύ δυνατής-αδύνατης πλευράς, συνολικό κι ατομικό effort) συχνά ήταν εύθραυστη κι ασταθής, αποτελώντας το βασικότερο λόγο (μαζί με τα ερωτηματικά για το χαρακτήρα της) για τον οποίο πολλοί είναι διστακτικοί στο να τη χρίσουν φαβορί. 


Οι λόγοι για τη συχνά αναξιόπιστη άμυνά της είναι τρεις: πρώτον, ο τραυματισμός του Khryapa της στέρησε το αμυντικό δίδυμο που ο Ρώσος forward δημιουργεί μαζί με τον Hines. Ο τραυματισμός και του Freeland προσέθεσε επιπλέον βάρος στους ώμους του Αμερικανού και στέρησε από τον Ιτούδη μια επιλογή που στο σχεδιασμό προβλεπόταν ως βασική. Ο Hines έπαιξε μέσο όρο 30' στη σειρά με τον Ερυθρό Αστέρα κι αυτά τα λεπτά αναμένονται αυξημένα στο Final Four. Ο δεύτερος λόγος είναι η εγγενής απροθυμία των Ρώσων παικτών να δώσουν το 100% στην άμυνα (βλέπε πρόσφατες δηλώσεις Μπαρτζώκα ). Ο τρίτος, και σημαντικότερος, είναι η ταυτόχρονη παρουσία στο παρκέ των Teodosic-De Colo για μεγάλα διαστήματα του αγώνα. Είναι δεδομένο ότι το ηγετικό δίδυμο της CSKA συχνά κλέβει στην άμυνα (χρόνους, ανάσες, κινήσεις), κι αν αυτό αποτελεί κοινή συνθήκη για το βασικό σκόρερ μιας ομάδας, όταν συμβαίνει από δύο παίκτες ταυτόχρονα --και δη το βασικό σου back-court, τότε είναι αναπόφευκτο ότι θα φανεί στο τελικό αποτέλεσμα.



Η αμυντική συμπεριφορά του Σέρβου play-maker και του Γάλλου off-guard πετάει το γάντι στον Ιτούδη για τον τρόπο αντιμετώπισης του Delaney. Στα παιχνίδια της VTB το μαρκάρισμα του Αμερικανού σκόρερ ανέλαβαν ο Jackson (σε σχήματα με τρία guard) κι ο Higgins, και πιθανότατα το ίδιο θα συμβεί και την Παρασκευή. Προς αυτήν την κατεύθυνση (σχήμα με τρία guards), συνηγορούν και οι ελλέιψεις των Ρώσων στους ψηλούς, με τον Kurbanov αναγκαστικά να παίρνει λεπτά στο 4 ξεκουράζοντας τον Vorontsevich (27' μ.ο. με Ερυθρό). Παρ' όλα αυτά, Teodosic και De Colo είναι δεδομένο πως θα έχουν ένα απ' τα πιο κουραστικά αμυντικά βράδια τους καθώς η ικανότητα του Delaney να βρίσκει ρυθμό από το πουθενά και να πετυχαίνει μαζεμένους πόντους θα τους κρατήσει σε εγρήγορση για όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού. Προς τα τελευταία δευτερόλεπτα των επιθέσεων, και για το χρόνο που ο Hines θα είναι στο παρκέ, ο Ιτούδης πιθανότατα θα πάει σε switch everything, κι αν δημιουργηθεί κάποιο miss-match στο οποίο ο Delaney θα επιχειρήσει να επιτεθεί σε isolation, θα δώσει εντολή για pack-line defense (και οι 4 off the ball αμυντικοί κλείνουν προς τα μέσα έτοιμοι να αντιμετωπίσουν έναν aggressive penetrator). Είναι ένα από τα ανακλαστικά τ(ρ)ικ που ο Ιτούδης τόσο φανερά έχει κληρονομήσει από τον Obradovic (ο τρόπος που ο Διαμαντίδης έπαιζε ως help-defender στη συγκεκριμένη αμυντική κατάσταση είναι κανονιστικός).



Στο επιθετικό μισό του γηπέδου τα πράγματα είναι διαφορετικά: εκεί, Teodosic και De Colo αποτελούν το κέντρο του σύμπαντος. Ο Ιτούδης έχει πετύχει την άρτια συνύπαρξη των δύο, η οποία σε θεωρητικό επίπεδο έμοιαζε τουλάχιστον δύσκολη, κι αυτό αποτελεί παράσημο στο προπονητικό του κοστούμι. Ειδικά η σχέση που έχει αναπτύξει ο Ιτούδης με τον Σέρβο, αρκεί να παρατηρήσει κανείς τον τρόπο που μιλάνε στις διακοπές ενός αγώνα, φανερώνει μια πιο ανθρώπινη προσέγγιση απ' την πλευρά του Έλληνα coach, η οποία σ' έναν παίκτη με τέτοια ιδιοσυγκρασία κρύβει πολλές παγίδες που δείχνουν να' χουν αποφευχθεί. Ο Σέρβος κι ο Γάλλος κατέχουν τις δύο πρώτες θέσεις σχεδόν σε κάθε στατιστική κατηγορία της CSKA: χρόνο συμμετοχής, πόντους, ασσίστ, κλεψίματα, attempted και made FG. Δίνουν μέσο όρο, αθροιστικά, 35.1 πόντους και 10.5 ασσίστ, κι αποτελούν ένα από τα καλύτερα δίδυμα guard που' χει δει η διοργάνωση.


Τα νούμερα της επίθεσης των Ρώσων δεν είναι απλά προϊόν γρήγορου ρυθμού κι αυξημένων κατοχών (ο Ιτούδης έχει πετύχει κάποιες μεταλλάξεις στο low-paced dna του οργανισμού) --αντίθετα, βασίζεται κυρίως στο εξαιρετικό spacing, τις αρχές του οποίου τηρούν απαρέγκλιτα ακόμα και μέλη του ρόστερ με αμφισβητήσιμη τακτική πειθαρχία (όπως ο Vorontsevic), τη συναίσθηση του ρόλου και της στιγμής που επιδεικνύει ο κάθε παίκτης, την τήρηση μιας άμεσα διακριτής εσωτερικής ιεραρχίας και την οργιώδη αντίληψη του Milos Teodosic. Ο Σέρβος ανοίγει το γήπεδο με την απειλή πάσας με τον ίδιο τρόπο που ο Curry το κάνει με την απειλή του τριπόντου: αρκεί να' χει την μπάλα στα χέρια του κι ωθεί την αντίπαλη άμυνα σε κατάσταση διαρκούς εγρήγορσης, επιβάλλει στους αμυντικούς να καλύπτουν γωνίες πάσας στις οποίες φαινομενικά δεν μπορεί να έχει πρόσβαση. Η παραμικρή νίκη επιτιθέμενου παίκτη της CSKA στο one vs one, πάνω ή μακρυά από την μπάλα, η πρώτη υποψία δημιουργίας κατάστασης πέντε εναντίον τεσσάρων -το pick n roll αποτελεί το παραδειγματικό play για δημιουργία τέτοιων καταστάσεων, ενεργοποιεί αυτοματισμούς που γρήγορα εκμεταλλεύονται το ρήγμα καταλήγοντας είτε σ' ένα ξεκούραστο lay-up είτε σ' ένα ελεύθερο τρίποντο. Εκτός των Teodosic και De Colo, η CSKA έχει ακόμα τέσσερεις παίκτες με φετινά ποσοστά πίσω από τα 6.75 μεγαλύτερα του 41% (πρώτος μεταξύ όλων ο Higgins με το εξωπραγματικό 54.4% [31/57]). 

Lokomotiv Kuban


Για τη Lokomotiv, οι σειρήνες έχουν ήδη αρχίσει να ηχούν δυνατά στ’ αυτιά των πρωταγωνιστών της: Μπαρτζώκας, Delaney, Singleton, Randolph είναι μόνο μερικά από τα μέλη του συλλόγου που ήδη έχουν συνδεθεί με μία ή περισσότερες ομάδες. Οι Ρώσοι έχουν αποκλειστεί από τη συνέχεια των ρώσικων play-off, 3-0 από Kihmki (με τον Delaney εκτός για όλη τη σειρά και τον Randolph να παίζει μόνο στο τελευταίο παιχνίδι για 16’), κι ειναι ήδη εκτός από την επόμενη Euroleague –εκτός αν κατακτήσουν το φετινό τρόπαιο. Οι δύο αγώνες του Final Four πιθανότατα θ’ αποτελέσουν τις τελευταίες παραστάσεις της ομάδας υπό την τωρινή της μορφή. Θα παρουσιαστούν έτοιμοι για τουλάχιστον μία ακόμα μεγάλη παράσταση στην πιο κεντρική σκηνή του τουρνουά, που θα εκτοξεύσει κι άλλο το αγωνιστικό τους status μεγαλώντας την υπεραξία που θα πληρώσει ο επόμενος ιδιοκτήτης, ή το δεδομένο της φετινής τους επιτυχίας, και κατ’ επέκταση η επαγγελματική τους εξασφάλιση με βελτιωμένους από τους τωρινούς όρους, θα επιβάλει στην ατμόσφαιρα σημάδια κορεσμού και χαλάρωσης;



Η Lokomotiv αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές προπονητικές δουλειές της φετινής διοργάνωσης με τη σφραγίδα του Μπαρτζώκα εμφανή σε κάθε πτυχή της, από τη στελέχωση και το πλάνο παιχνιδιού μέχρι την ατομική αγωνιστική συμπεριφορά. Ο Μπαρτζώκας έχτισε μια ομάδα με βασικούς άξονες τους Delaney-Randolph, γέμισε την περιφέρεια με γρήγορα πόδια και καλό σουτ και παρουσίασε μία από τις πιο αθλητικές front-lines της διοργάνωσης. Στους Singleton-Randolph ο Μπαρτζώκας βρήκε κάτι από το δίδυμο Lasme-Gist, που τόσο τον ταλαιπώρησε όσο καθόταν στον πάγκο του Ολυμπιακού. Η άμυνα των Ρώσων μπορεί να στρετσάρει όσο χρειαστεί –ή όσο την αναγκάσει ο αντίπαλος, κι ο Έλληνας προπονητής μπορεί να επιλέξει διαρκείς αλλαγές (switch) χωρίς να γεμίσει τρύπες και δυνητικά miss match. Δεχόμενη 70.4 ανά παιχνίδι, η Lokomotiv έχει την καλύτερη φετινή αμυντική επίδοση, αρκετά κάτω από το μέσο όρο της λίγκας (77.7).


Στην επίθεση δεσπόζουν οι δύο Αμερικανοί, Delaney και Randolph, μαζί με το ανοιχτό γήπεδο που εξασφαλίζει η διαρκής περιφερειακή απειλή (συχνά και από τους πέντε που βρίσκονται στο παρκέ) και την εξαιρετιή κυκλοφορία της μπάλας. Ο πρώτος, παρά τη φήμη του συγκεντρωτικού Αμερικανού σκόρερ που αδικαιολόγητα κατέχει (μέσος όρος καριέρας 10 προσπάθειες ανά παιχνίδι), έφτασε το αγωνιστικό του status στο κορυφαίο ευρωπαϊκό επίπεδο, υποψήφιος MVP, συνεχίζοντας τη σταθερά ανοδική πορεία των τελευταίων χρόνων: συγκριτικά με την περσινή χρονιά του στο Eurocup, ήταν βελτιωμένος σε πόντους (από 12.8 σε 15.8), ασσίστ (από 4.2 σε 5.7), FG% (από 39 σε 43) κι έκανε ελαφρώς λιγότερα λάθη (από 3 σε 2.6). 


Ο Randolph, ο έτερος πυλώνας της Lokomotiv, προσφέρει όλα τα πλεονεκτήματα ενός mobile ψηλού (ταχύτητα κι έκρηξη, αξίοπιστος όταν αλλάζει στην άμυνα, above the rim παιχνίδι) και κάτι παραπάνω (face up παιχνίδι, καλό σουτ ακόμα και μετά από ντρίμπλα) και με τα 211 εκατοστά του έχει σημαντικό πλεονέκτημα απέναντι στους περισσότερους ψηλούς της λίγκας με τα ίδια χαρακτηριστικά. Απέναντι στον Hines, σ’ ένα από τα πιο ενδιαφέροντα match-ups του Final Four, αναμετράται η παρούσα τάση των undersized centers με αυτό που διαφαίνεται ως η τελική της κατάληξη: η πιο πιθανή συνέπεια που μπορεί να αποφέρει είναι η αθλητική βελτίωση ψηλότερων παικτών, οι οποίοι τώρα κατά κανόνα δεν μπορούν να ακολουθήσουν κι εξοστρακίζονται σε δεύτερους και τρίτους ρόλους, και η επιστροφή, τελικά, του ύψους ως δείκτη του potential ενός παίκτη (αφού τώρα ο γενικός κανόνας είναι όσο κοντύτερος τόσο πιο αθλητικός, άρα και χρησιμότερος). Ο Randolph αντιμετωπίζει το βιολογικό παρών της (ευρωπαϊκής) θέσης του κι ο Hines τον μελλοντικό εαυτό του –ο πρώτος έχει με το μέρος του τα τεχνικά χαρακτηριστικά, αλλά ο δεύτερος το mentality, την εμπειρία και το ατσάλινο κορμί του. 

Αντί Επιλόγου


Παρακολουθώντας τον αγώνα, θα ψάχνουμε απαντήσεις στα εξής: θα μπορέσει ο Teodosic να κλείσει την καλύτερη χρονιά της καριέρας του βάζοντας την προσωπική του σφραγίδα; Μπορεί ο Delaney να γίνει ο Tyrese Rice του 2016; Ο Draper θα κολλήσει πάνω στον De Colo ή τον Teodosic; Hines ή Randolph; Big line-ups με Claver, Singleton, Randolph ή small-ball με Hines, Kurbanov και τρία guards; Ποιος προπονητής θα λάβει το ρόλο του Άβελ και ποιος του Κάιν, αν είναι και οι δύο παιδιά της ίδιας πατρικής φιγούρας που κοουτσάρει την πρώτη ομάδα του δεύτερου ημιτελικού;

Τα στατιστικά από Basketball-Reference , RealGM και GigaBasket






















Δεν υπάρχουν σχόλια: